Σάββατο 8 Ιουνίου 2013

"Μπαμπά, μην κάνεις το παγώνι..."

«Μπαμπά,  τι είναι αυτό;», « Παγώνι, Κωστή μου», «Α! Τι ωραίο!»
Πράγματι ήταν πολύ ωραίο. Μόνο που δεν ήταν παγώνι.
Δεν ισχυρίζομαι ότι ήξερα το όνομα  του παράξενου πουλιού-κατοίκου του ζωολογικού κήπου με τα μαύρα πούπουλα και το χρωματιστό ράμφος. Απόρησα όμως γιατί ο εν λόγω πατέρας προτίμησε να δώσει μια λάθος πληροφορία στον γιό του από το να σταθεί ένα δευτερόλεπτο και να διαβάσει την ταμπέλα έξω απ’ το κλουβί. Ή να πάρει αγκαλιά τον Κωστή και να τη  διαβάσουν μαζί , δείχνοντάς του έτσι έναν τρόπο να λειτουργήσει στο μέλλον.
Πολύ φοβάμαι , ότι  το παράξενο πουλί βαφτίστηκε αυθαίρετα «παγώνι» όχι  επειδή ο μπαμπάς δεν ήξερε αλλά επειδή βαριόταν να εξηγεί. Ή ακόμα χειρότερα, επειδή υποτιμά τη νοημοσύνη του μικρού Κωστή θεωρώντας ότι δε θα το θυμάται  σε λίγες μέρες.
Η συζήτηση ,οι απαντήσεις στις  ίδιες, επαναλαμβανόμενες  ερωτήσεις,  η καλλιέργεια της φιλομάθειας και της ευρυμάθειας, οι ιστορίες –φανταστικές ή πραγματικές, οι υποτιθέμενοι διάλογοι με έντομα και άψυχα αντικείμενα είναι η ίσως μόνη προίκα που θα έπρεπε να μας απασχολεί πώς θα δώσουμε στα παιδιά μας και στην οποία αξίζει να επενδύσουμε.

Στην κάθε βαριεστημένη και πρόχειρη ανταπόκριση σε παιδική απορία , απάντηση αποτελεί το παρακάτω βίντεο. Κάπου στη μέση της αφήγησής του, ο Feynman εξηγεί τη διαφορά ανάμεσα στο να γνωρίζεις  το όνομα κάποιου πράγματος και να γνωρίζεις αυτό καθαυτό το πράγμα για το οποίο μιλάς. Αυτό βέβαια  μας πάει ένα βήμα παραπέρα από το περιστατικό με το παγώνι. Πράγμα που είναι όμως και το ζητούμενο όταν διαπλάθουμε ανθρώπους: να γίνουμε το χέρι που θα τους πάει στο "παραπέρα" . 




Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

"Δίνουμε" Πανελλαδικές! Βγάλε μπουφάν και πιες το χυμό σου!

Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες οι συνάδελφοί  μου κι εγώ, τερματίζουμε το λατρεμένο video game που λέγεται «Πανελλαδικές». Έχουμε περάσει επιτυχώς τις πίστες  «θέτω στόχους σε παιδιά που δικαίως δεν ξέρουν προς τα πού να πάνε», «μια στο καρφί και μια στο πέταλο μπας και διαβάσουν», «ενημερώσεις γονέων – ψυχαναλυτικά sessions», «χαβαλές και αγάπες για ισχυροποίηση του bonding», «σκληροπυρηνικό κράξιμο σε όποιον δε μαζεύεται» . Και τελευταία στιγμή πρέπει να μασήσουμε  λίγα από τα φύλλα δάφνης της Πυθίας, για να μαντέψουμε τα θέματα σώζοντας και τον τελευταίο αδιάβαστο,  που συνήθως είναι περισσότερο έξυπνος απ’ όσο το ελληνικό σχολείο μπορεί  ν’ αντέξει.
Οι γονείς από την άλλη , αφού κράτησαν βιβλία, έκαναν τον ταξιτζή και το σάκο του μποξ, σε κοιτάνε με τα νεύρα κρόσσια περιμένοντας να τους εγγυηθείς ότι όλα θα πάνε καλά. Εσύ το κάνεις. Γιατί θέλεις τόσο πολύ να πάνε καλά τα παιδιά. Γιατί πρέπει. Γιατί ο παραλογισμός του συστήματος εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, σε σοκάρει κάθε χρόνο απ’ την αρχή. Σα να πρόκειται να είσαι εσύ ο εξεταζόμενος. Και ενώ η άνοιξη έχει μπει και το αρνί είναι στη σούβλα, για τους μαθητές, τους γονείς τους κι εμάς δεν είναι Πάσχα: είναι απλά λίγες μέρες πριν τις εξετάσεις.
Χυμοί – βόμβες βιταμινών καταφθάνουν την ώρα του ιδιαίτερου μαθήματος στο εφηβικό γραφειάκι. Η μαμά κλείνει διακριτικά τη μπαλκονόπορτα για να μην κρυώσει το παιδί παρά τους 32 βαθμούς. Ο μπαμπάς ρωτάει λεπτομέρειες σε σημείο ν’ αναρωτιέσαι  μήπως πάει μετά κρυφά και κάνει μαθήματα σε άλλα παιδιά! Η γιαγιά κάνει τάματα και ανοίγει φύλλο για το εγγόνι που κοπιάζει και οι υπόλοιποι φίλοι και συγγενείς παριστάνουν τους διαιτητές στον μεγάλο καυγά του μηχανογραφικού.
Όλη, όμως, αυτή η κατάσταση τρέλας στην οποία βυθίζουν οι Πανελλαδικές εξετάσεις  την ελληνική οικογένεια, εξαφανίζει τελείως τον πραγματικό στόχο της παιδείας , που σίγουρα δεν είναι η εισαγωγή σε κάποια τυχαία σχολή στην οποία σε έστειλε μια Υποτακτική που δε μπόρεσες να θυμηθείς.Το ζητούμενο είναι το σχολείο και οι σπουδές στο Πανεπιστήμιο, να είναι μια προσωπική υπόθεση των μαθητών. Κάτι που επιλέγουν με την ψυχή τους και βάσει των πραγματικών τους δυνατοτήτων. Να πάψουν να ακούγονται νοσηροί πληθυντικοί όπως "γράψαμε καλά", "δεν τα καταφέραμε", "διαβάζουμε από το πρωί". Η παιδεία ,πέρα από τις όποιου είδους γνώσεις, πρέπει κυρίως να δίνει τη δυνατότητα στους νέους να κόβουν τους ομφάλιους λώρους. Και  όχι να φτιάχνει σπίτια και φροντιστήρια που να μοιάζουν με μεγάλες θερμοκοιτίδες. 

Δευτέρα 13 Μαΐου 2013

H γιορτή της άλλης "Μητέρας".

Σήμερα, την επομένη της γιορτής της μητέρας,  όλο και κάποιο γλαστράκι θα κοσμεί τη βεράντα των απανταχού μαμάδων ή κάποια χαριτωμένα ανορθόγραφη, παιδική  κάρτα θα είναι κολλημένη με μαγνητάκι  σε σχήμα φρούτου στο ψυγείο. Η μαμά-κάτοχος, θα φροντίσει ως κόρη οφθαλμού το λουλούδι και η κάρτα από το ψυγείο θα αφαιρείται ευλαβικά πριν από κάθε καθαρισμό της πόρτας του, για να μπει στη θέση της αμέσως μετά.
Η μητρότητα θεωρείται από κάποιους το παν ενώ από άλλους απλά υπερτιμημένη. Το να μεγαλώνεις παιδιά είναι ένα πολύ δύσκολο, ομολογουμένως , project για τη μαμά της σύγχρονης πυρηνικής ή μονογονεϊκής οικογένειας .Αντιθέτως, στην παλιά, διευρυμένη οικογένεια  φάνταζε τόσο πιο φυσικό και εύκολο καθώς το μοιραζόταν με θειάδες, γιαγιάδες, ξαδέρφες.
Πολλοί λένε για το πόσο αλλάζει η ζωή της γυναίκας με τη γέννηση του παιδιού της. Όταν λίγο μετά τον τοκετό προσγειώνεται στην αγκαλιά σου αυτό το άγνωστο, τσαλακωμένο πιθηκάκι, αφενός θεωρείς ότι  είναι το ομορφότερο της γης και αφετέρου δεν έχεις ιδέα  τι σε περιμένει.  Ωστόσο, ο τίτλος της μητέρας δε σου απονέμεται απλά επειδή κυκλοφορούσες με αναγούλα για τους πρώτους 4 μήνες της εγκυμοσύνης, δύσπνοια και καούρα για  τους υπόλοιπους πέντε κι επειδή το έφερες στον κόσμο. Για την ακρίβεια ο τίτλος δε σου απονέμεται ποτέ. Ή σου δίνονται μικρά κομματάκια του κάθε μέρα. Σε κάθε δόντι που φυτρώνει. Σε κάθε ξενύχτι λόγω ίωσης. Σε κάθε τρόπο καλής συμπεριφοράς που κατάφερες να του διδάξεις. Στο βιβλίο που διαβάζει από μόνο του. Στις φιλίες που τιμά. Στην αγάπη που δίνει επειδή την πήρε από σένα.

Η μητρότητα δεν πρέπει να είναι ένα χαλί κάτω από το οποίο η κουρασμένη μαμά κρύβει τις τσαπατσουλιές, τα λάθη και την ανεπάρκειά της σε άλλους τομείς, αλλά ένα κίνητρο και μια ευκαιρία να γίνει καλύτερος άνθρωπος. Είναι ένα παιχνίδι  χωρίς κανόνες - ή με κανόνες που στην εφαρμογή τους μπορεί να  οδηγήσουν είτε σε θαύματα είτε σε όλεθρο.  Είναι αυταπάρνηση.  Είναι άσκηση υπομονής και συγχώρεσης. Θέλει φαντασία και ευρηματικότητα. Είναι ανήφορος. Σε κάνει δάσκαλο και μαθητή. Μάγειρα και διασκεδαστή. Σεκιουριτά, γιατρό, ξεναγό,  μουσικό, άνθρωπο ορχήστρα.
Άρα μητρότητα δεν είναι μόνο το να γεννάς και ν’ ανατρέφεις  παιδιά. Αλλά το γεννάς και  ν’ ανατρέφεις ιδέες, οράματα, έργα τέχνης , πολιτικές, ανθρώπινες  σχέσεις κάθε είδους. Μητέρα είναι ο δάσκαλος που διδάσκει με πάθος. Ο καλός φίλος που είναι πάντα εκεί για να μας κινητοποιήσει και  να μας βγάλει από ένα υπαρκτό ή ανύπαρκτο τέλμα.  Η κυρία που φροντίζει τα φυτά της και τους μιλά. Ο φιλόζωος. Ο συγγραφέας και  ο εικαστικός . Ο σκηνοθέτης που μας ταξιδεύει. Ο μουσικός που μας κάνει να δακρύζουμε ή να χοροπηδάμε σαν τρελοί. Ο τεχνίτης που δείχνει με υπομονή τη δουλειά στον μαθητευόμενο. Ο επιστήμονας . Ο εμπνευσμένος σεφ. Ο αφοσιωμένος προπονητής.
Μητέρες όλων των μητέρων είναι οι άνθρωποι που έπαψαν - για δικούς του λόγους ο καθένας-να θεωρούν ότι ο κόσμος περιστρέφεται γύρω τους, κι έτσι «γέννησαν» .Μετά πήραν την ανθρωπότητα από το χέρι και της έμαθαν να περπατάει, να γράφει, να διαβάζει, να κρίνει, να σκέφτεται και να γεννά με τη σειρά της ανθρώπους και έργα.

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

Να βγάλουμε τα παιδιά μας έξω να τα μετρήσουμε.

Οι Έλληνες ως γονείς κάνουν – συνήθως στις κούνιες -  αυτό που ξέρουν να κάνουν καλά παντού: είναι αυστηροί με τους άλλους και επιεικείς με τον εαυτό τους.
Υπάρχουν τρεις βασικές κατηγορίες τέτοιων γονιών :
Γονείς - Κριτική Επιτροπή: πρόκειται για αρκετά «συμμαζεμένη» κατηγορία χωρίς ακραίες εκδηλώσεις- παρεμβάσεις. Μιλούν χαμηλόφωνα για τα  άλλα  παιδιά, σχολιάζοντας τα ρούχα τους , τις κορδέλες και τα τσιμπιδάκια πάνω στα καραφλά, βρεφικά κεφάλια ή τα καρότσια που «κάνουν μπαμ ότι είναι μάπα και κυρίως ασήκωτα». Όταν παρακολουθούν τα τερατώδη λάθη άλλων γονιών ή tantrum σε εξέλιξη, κρατάνε μικρό καλάθι φοβούμενοι ότι κοντεύει  και η σειρά τους η οποία, εδώ που τα λέμε, δεν αργεί να έρθει.
Οι γονείς – «πεθερές» : Ιδιαίτερα κουραστική κατηγορία.  Φαίνονται από μακριά. Βαδίζουν επιθετικά για να προλάβουν την κούνια, την τσουλήθρα τη θέση στη σκιά. Εφαρμόζουν παιδαγωγική δεκαετιών παλαιότερων ακόμα κι από αυτή στην οποία μεγάλωσαν. Κάνουν «ντα» το τραπεζάκι στο οποίο σκοντάφτει η κορούλα τους  και γενικά κάνουν ακριβώς τα ίδια λάθη με τους γονείς τους. Συνήθεις ατάκες τους : «Τέτοια ώρα του δίνετε φρούτο;», «Α, εμείς στη Μαρία-Νεφέλη αγοράζουμε μόνο βιολογικά», «Άντε καλέ που ακούτε τους ψυχολόγους και αυτές τις αηδίες! Εγώ έχω τρία παιδιά, ξέρω καλύτερα» κ.α.
Οι γονείς του παιδιού – θαύματος  ή αλλιώς του χρυσαετού : Λάμπουν. Ακτινοβολούν. Και όχι άδικα. Τα παιδιά τους περπάτησαν , μίλησαν, ζωγράφισαν έκαναν πρόσθεση και ανακάλυψαν ότι η γη γυρίζει πριν απ'  όλα τ’ άλλα. Οι γιοι και οι κόρες τους είναι αθλητές , πρωταθλητές , σκακιστές, θεατράνθρωποι, σούπερ ήρωες! Οι γονείς του παιδιού θαύματος καμαρώνουν όταν αυτό μιλάει σαν σαρανταπεντάρης συνδικαλιστής και όχι σαν παιδί της ηλικίας του με φαντασία και χαριτωμένα λάθη.
«Πώς σε λένε;», ρώτησε το γιο μου κάποια τέτοια μαμά μια μέρα στις κούνιες πριν καιρό. «Γιάννη» , απάντησα εγώ,  μιας και  το δικό μου δεν επρόκειτο να βγάλει άχνα. «Καλά, πόσο είναι και δε μιλάει;», είπε σοκαρισμένη η μάνα του χρυσαετού. «19 μηνών» της απάντησα.  «Αααααα…. τα δικά μου και τα δύο μίλησαν πριν χρονίσουν». «Α μπα…» είπα «το δικό μου είναι κανονικό».

Κυριακή 28 Απριλίου 2013

Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

Η "θεία Όλγα"

"Να βουτάς τη γλώσσα σου στο μυαλό σου πριν μιλήσεις", έλεγαν η παλαιάς κοπής γονείς στα παιδάκια τους. Φαίνεται όμως  δύσκολο στην εφαρμογή του το ρητό, ειδικά από νέες μαμάδες των οποίων ο αυτοσκοπός ήταν ακριβώς αυτός: να γίνουν μαμάδες.

Φίλη νέας μητέρας την επισκέπτεται για να δει το βρέφος. Η φίλη για διάφορους λόγους δεν έχει αποκτήσει ακόμα παιδιά. Η νέα μαμά θεωρεί χαριτωμένο να φωνάξει ενθουσιασμένη στο μωρό " Κάνε μια αγκαλίτσα στη θεία Όλγα!". Η θεία Όλγα δαγκώνεται. Όχι γιατί ο χαρακτηρισμός "θεία" είναι από μόνος του κακός, κάθε άλλο. Αλλά γιατί παιδιόθεν άκουγε τη μαμά της  να αποκαλεί  "θείες", όλες τις φίλες της που δεν απέκτησαν ποτέ παιδιά. Για να τις παρηγορήσει. Για να τους δώσει τον αμέσως κοντινότερο ρόλο σ'αυτόν της μητέρας.

Όταν είσαι ο εμπνευστής τέτοιων τεχνασμάτων, είναι τις περισσότερες φορές ένδειξη αγάπης. Όταν όμως μεγαλώνεις με αυτά, γίνονται καμπανάκια τα οποία παραπέμπουν σε ζωές ανθρώπων που ίσως δε θα θέλες να ζήσεις. Ή τέλος πάντων, δε θα είχες πρόβλημα να ζήσεις αλλά ο χακτηρισμός "θεία" δε σ' αφήνει να το αποφασίσεις , αφού η μία αυτή λέξη δε σου θυμίζει μόνο το προαναφερθέν πρόσωπο της παιδικής σου ηλικίας αλλά και όλες τις συζητήσεις γύρω από αυτό. Για το πόσο "ατύχησε" και για το ότι "οι ακαμάτρες κι οι λωλές έχουν τις τύχες τις καλές".

Ας αφήσουμε τις απανταχού "θείες" να αποφασίζουν οι ίδιες πώς θέλουν να αυτοαποκαλούνται. Και κυρίως, πώς θέλουν να ζήσουν.

Υ.Γ. Λευτεριά στη "θεία Όλγα"

Τρίτη 23 Απριλίου 2013

Πιπέρι στο στόμα.

"Βάλε μπουφάν, ζακέτα, πανωφόρι, εσάρπα, κάτι επάνω σου".

"Έτσι θα βγεις έξω; "

"Δεν είσαι κατάλληλα ντυμένος."

"Πού πας έτσι γυμνή;"

"Μη σ' ακούσω να βήχεις!"

Και δύο μέρες μετά "Όταν τα λεγε η μαμά..."


Μαμαδίστικες κραυγές αγωνίας που αντέχουν στο χρόνο και που μόνο "όταν γίνεις μαμά θα καταλάβεις".


Και έγινα μαμά. Και κατάλαβα. Κι επειδή θέλω να είμαι "εναλλακτική", όταν φτάσει η ώρα της εξόδου, και άρα του μπουφάν,  εφευρίσκω τρόπους για να το πω χωρίς να το πω. Όπως "Έτσι θα βγει έξω; Με την μπλούζα;" , "Δεν κάνει λίγη ψύχρα; Να του πάρω κάτι μαζί;".  Ορκίζομαι να μη του πω ποτέ να βάλει μπουφάν. Πιπέρι στο στόμα, σκέφτόμαι. Και μπλέκω καλού κακού τα δάχτυλα πίσω από την πλάτη μου...


Πόσο κουραστικό να πεις "βάλε μπουφάν" χωρίς να το πεις. Και πόσο περίπλοκο να είσαι μαμά χωρίς να είσαι. Να είσαι κεφάτη και κουλ. Με περιποιημένα μαλλιά και καθαρά ρούχα, χωρίς λεκέδες από βρεφικούς εμετούς, χώματα από τις κούνιες ή λαδιές. Λεπτή αλλά και ανθεκτική. Στοργική και ακούραστη. Να κουβαλάς το παιδί παντού μαζί σου και όταν αποχωρείς από την παρέα, που θα κάτσει τουλάχιστον άλλο ένα δίωρο (γιατί εφυγες πάνω στο καλύτερο), το φαγητό σου να μένει πίσω στο τραπέζι άθικτο. Και καθώς απομακρύνεσαι, το γεμάτο πιάτο σου μικραίνει, οι χαρούμενες φωνές των φίλων σου σβήνουν κι εσύ σκέφτεσαι ότι τελικά έκανε πολλή ζέστη για μπουφάν.